Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

Μ(ι) όπως μαθαίνω




Κάθε τέτοια περίοδο με πιάνει και ονειρεύομαι. Ονειρεύομαι τη χρονιά που έρχεται, τα παιδιά που θα έρθουν και το ρόλο μου μαζί τους – κοντά τους. Κι εκεί είναι που αρχίζω να σκέφτομαι: τι θα τους μάθω, τι θα πάρουν από εμένα, πώς θα παντρέψω τις ανάγκες τους, τι ανησυχίες θα έχουν,
πώς θα μπορέσω να αγγίξω τις ψυχές τους…

Ναι, ξεκινάω λίγο ανάποδα το γράμμα αυτό αλλά οι σκέψεις αυτές κάθε χρόνο, σαν να είναι η πρώτη φορά κάθε φορά, με κατακλύζουν και μου παίρνουν τον ύπνο!

Ας πάμε όμως από την αρχή: έχουμε τη λέξη «μαθαίνω». Μαθαίνω, από τη μία σημαίνει αποκτώ γνώση ή σύνολο γνώσεων, πληροφορούμαι, αφομοιώνω – εξοικειώνομαι με κάτι και από την άλλη σημαίνει διδάσκω – μεταδίδω γνώσεις και εμπειρία.
Στον πρώτο ορισμό, θα πρόσθετα και την έννοια του να μπορώ αυτό που έμαθα να το χρησιμοποιήσω και αξιοποιήσω. Να μου είναι χρήσιμο.  

Κάθε χρόνο, κάθε δάσκαλος έχει να αντιμετωπίσει νέους –ή και τους ίδιους κάποιες φορές- μαθητές. Μια από τις βασικές του υποχρεώσεις είναι να φέρει εις πέρας μια ύλη, αυξημένων απαιτήσεων, που επιβάλλεται από το υπουργείο, ενώ για όλους τους μαθητές θεωρείται ότι γνωρίζουν την ύλη των ετών που έχουν προηγηθεί, ακόμη κι αν πρόκειται για πρωτάκια. Κι έτσι όλοι ξεκινάμε.

Οι δάσκαλοι με τα «πρέπει να γνωρίζει να… και πρέπει να μάθει να…» και από την άλλη οι γονείς καμαρώνουν με τα «εμένα το παιδί ξέρει να…» ή απορούν «γιατί το παιδί μου δεν έμαθε να…» και πάει λέγοντας όλη τη χρονιά.

Κι εδώ έρχεται το δικό μου ερώτημα:
Από όλα αυτά τα «πρέπει» ή «θα έπρεπε» που θέτουμε ως δάσκαλοι ή ως γονείς, τι από αυτά είναι χρήσιμο για τα παιδιά; Ή, πώς αυτά που πρέπει να μάθουν θα μπορούσαν να είναι ή να γίνουν χρήσιμα για αυτά; Και ακόμα πιο πέρα: πώς η ύλη αυτή μπορεί να γίνει προσβάσιμη και κατανοητή στα παιδιά και ταυτόχρονα να αγγίζει τα ενδιαφέροντά τους;

Η γνώση ως μια στείρα πληροφορία είναι άχρηστη και μη λειτουργική. Εγώ ως ενήλικας ξέρω ότι πρέπει να μάθω στα παιδιά ορθογραφία, ανάγνωση, πρόσθεση και πολλά ακόμα. Όμως από το παιδί μπορεί κάλλιστα να έρθει η ερώτηση «γιατί να το μάθω αυτό; Δε θέλω!».

Το σύστημα είναι τέτοιο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια στα παιδιά να ρωτήσουν το γιατί αλλά και πολύ περισσότερο να πουν ότι δεν θέλουν.
Έτσι λοιπόν, γεννάται το ερώτημα: πώς θα πείσω ένα παιδί ότι αυτό που του δίνω να μάθει είναι για το καλό του και είναι ωφέλιμο και χρήσιμο;
Να το πρώτο επίπεδο δυσκολίας που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Όπου αν εμείς ως ενήλικες δεν έχουμε απαντήσει, τότε κανένα παιδί δεν μπορούμε να πείσουμε να μάθει και οι γνώσεις που θα του δώσουμε θα είναι προϊόν καταναγκασμού.

Τα πράγματα γίνονται πολύ πιο απλά, αν εμείς οι ίδιοι ξέρουμε να απαντάμε σε αυτά τα «γιατί» πριν τεθούν από τα παιδιά. Ως ενήλικες, αν γνωρίζουμε και έχουμε τις δικές μας απαντήσεις και εμπειρίες στο γιατί η ανάγνωση ή η ιστορία ή η γεωγραφία ή όποιο άλλο μάθημα είναι χρήσιμα και στο πού μας ήταν χρήσιμα στη ζωή μας, τότε θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε και τα παιδιά.


Τα παιδιά συνήθως λένε «μαθαίνω ανάγνωση για να είμαι καλός μαθητής». Όμως αυτό δεν αποτελεί ασφαλή δρόμο προς τη μάθηση. Δεν μαθαίνω για να είμαι καλός μαθητής αλλά επειδή αυτό θα εξυπηρετήσει κάτι άλλο. Και αυτό το άλλο πρέπει να βρίσκεται εκτός σχολικού πλαισίου. 

Μαθαίνω επειδή η κάθε γνώση με φέρνει πιο κοντά στη ζωή και όλα όσα ασχολούμαι, με κάνει πιο ικανό, με κάνει να αντιλαμβάνομαι το καθετί καλύτερα, να μπορώ να αντιμετωπίζω την πραγματικότητα στο σύνολό της, με φέρνει πιο κοντά στους ανθρώπους, θα μπορούσαμε να πούμε σε ένα πιο βαθύ επίπεδο.

Ας πάμε τώρα να δούμε την άλλη πλευρά: τα παιδιά!
Έρχονται στο σχολείο. Εκεί -όλοι συμφωνούν- ότι θα μάθουν! Έρχονται στο σχολείο χωρίς να ξέρουν και θα μάθουν πολλά! Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο σχολείο γίνονται θαύματα!
Ας σοβαρευτούμε όμως λίγο. Ναι, τα παιδιά έρχονται στο σχολείο για να μάθουν. Όμως ήδη γνωρίζουν πολλά. Έχουν ήδη διανύσει μερικά χρόνια ζωής και έχουν ήδη πάρει κάποια μαθήματα. Γεγονός! Γεγονός που, δυστυχώς, σπάνια λαμβάνεται υπόψη…
Από την άλλη, ερχόμαστε να μάθουμε στα παιδιά κάποια πράγματα και στην πραγματικότητα ποτέ (μα ποτέ) δεν έχουμε αναρωτηθεί τι από αυτά ξέρουν ήδη και πιο σημαντικό, τι εκείνα θα ήθελαν να μάθουν ερχόμενα στο σχολείο και τι τα ενδιαφέρει.
Ας πάρουμε το πιο απλό και συχνό: φτάνουν κάθε Σεπτέμβριο πρωτάκια που ήδη γνωρίζουν κάποια γράμματα. Κι εμείς τα διδάσκουμε εξαρχής, σαν να μην ξέρουν. Και έτσι έρχεται η πρώτη υποτίμηση.
Μαθαίνω σε κάθε παιδί να γράφει και να διαβάζει αγνοώντας και θεωρώντας δεδομένο ότι δεν ξέρει. Και συχνά, θεωρούμε προβληματική κατάσταση αν υπάρχει μαθητής που να γνωρίζει αυτό που εμείς θέλουμε να διδάξουμε.

Υπάρχουν πολλά που μπορεί να κάνει ένας εκπαιδευτικός ώστε να δώσει φτερά σε αυτούς τους μαθητές! Όπως άλλωστε σε όλους τους μαθητές του!

Όμως, τι θα ήθελε να μάθει ένα παιδί ερχόμενο στο σχολείο; Τι θα τους κέντριζε το ενδιαφέρον;
Οι πρώτες απαντήσεις είναι οι προφανείς. Απαντούν αυτό που έχουν πληροφορηθεί ότι θα μάθουν. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική.

Κάθε χρόνο ψάχνω και αναζητώ ξανά και ξανά, να μάθω τι είναι αυτό που θέλουν να μάθουν, σε τι μπορεί το σχολείο να τους βοηθήσει στη ζωή τους. Τι στόχους έχουν.
Δυστυχώς, δύσκολα σπάει το κατεστημένο. Δεν εκφράζουν εύκολα αυτό που θέλουν, γιατί ξέρουν για το σχολείο ότι είναι για να μάθεις γράμματα.

Για καλή μας τύχη, υπάρχει μια πρακτική -θα την έλεγα- όπου σε όλα τα παιδιά πιάνει και πετυχαίνει. Και είναι, όπως συχνά συμβαίνει, να πάρεις τον δρόμο ανάποδα! Να γίνει στα παιδιά η ερώτηση: τι κατάφερες σήμερα; ή τι έμαθες και ένιωσες μεγάλη χαρά για αυτό ή σε βοήθησε σε κάτι που ήθελες;
Και τότε παίρνουμε τις πιο εντυπωσιακές και αποστομωτικές απαντήσεις!
Βλέπουμε, μικρούς ανθρώπους, να λένε: σήμερα κατάφερα να κάνω ισορροπία στο ένα πόδι ή σήμερα κατάφερα να τσακωθώ με τη φίλη μου και μετά να τα βρούμε ή σήμερα κατάφερα να λύσω μια άσκηση μόνος μου, και άλλα τέτοια πολλά που τις περισσότερες φορές ουδεμία σχέση έχουν με αυτά που εμείς τα μαθαίνουμε.

Από τη μία, αυτό είναι λυπηρό. Τα παιδιά ενδιαφέρονται για κάτι τελείως διαφορετικό αυτά που τους δίνουμε. Από την άλλη, αυτό είναι υπέροχο, γιατί βλέπουμε μικρούς ανθρώπους να ζητάνε και να διψάνε για ζωή. Κατά πόσο το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να ικανοποιήσει και να βοηθήσει σε αυτά; Η εύκολη απάντηση που σε όλους έρχεται είναι ότι δεν μπορεί. Όμως, επειδή έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, η πραγματική απάντηση είναι ότι ο καθένας μας μπορεί, αν δώσει χώρο στα παιδιά, αν γίνει παρατηρητής τους και με κεραίες ανοιχτές να αναζητά και να αφήνει να ξεδιπλωθούν τα λεπτά σήματα που δίνουν. 

Κάθε παιδί, όταν καταφέρνει κάτι νιώθει μεγάλη ικανοποίηση. Τα μάτια του φωτίζουν και χαμογελάει ενώ μπορεί να υπάρχει και μεγάλο αίσθημα ότι με αυτό που κατάφερε να κάνει είναι χρήσιμο για τους άλλους!
Το «έμαθα να δένω τα κορδόνια μου», για το παιδί έχει μέσα του ενθουσιασμό και μια νέα ικανότητα, μια αίσθηση ότι δε θα χρειάζεται πια τη μαμά ή τον μπαμπά και έτσι θα τους βοηθάει με το να τους αφαιρεί κάτι που μέχρι τώρα εκείνοι έπρεπε να κάνουν γι’ αυτό. Και αυτό είναι μεγάλο και σημαντικό κατόρθωμα για τα παιδιά! Νιώθουν δικαιοσύνη και προσφορά. Ότι είναι χρήσιμα! Μέσα από αυτό αποκτούν αξία και την αίσθηση ότι αρχίζουν να γίνονται ισότιμα μέλη με τους ενήλικες. Γιατί, αν το καλοσκεφτούμε, τι άλλο μπορεί να προσφέρει ένα παιδί σε μια κοινωνία ενηλίκων από τέτοιου είδους μικρές «υπηρεσίες» που απορρέουν από την επαφή τους με τον υλικό κόσμο.

Ευχή μου, λοιπόν, είναι, για τη νέα αυτή χρονιά που ξεκινάει, να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των παιδιών και να μάθουμε να ακούμε τις ανάγκες τους. Να τους δίνουμε λόγους και τρόπους να μαθαίνουν, συνδέοντας τη γνώση αυτή με τη ζωή, γιατί τα παιδιά μας είναι το μέλλον μας και μόνο αν τους δώσουμε χώρο να μάθουν και να προσφέρουν και αν τα βοηθήσουμε σωστά θα μπορέσουμε να έχουμε υγιείς ενήλικες και ένα καλύτερο αύριο!

Καλή χρονιά!



[Πρώτη δημοσίευση στο "bonusmallmag", τεύχος 60


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου